Ν. Παπαϊωάννου: Νέοι ορίζοντες για τη διάχυση της έρευνας που παράγεται στο ΑΠΘ μέσω των συνεργειών με κορυφαίες εταιρείες

Νέοι ορίζοντες για τη διάχυση της παραγόμενης έρευνας στο ΑΠΘ ανοίγονται μέσα από τις συνέργειες του πανεπιστημίου με κορυφαίες εταιρείες παγκόσμιας εμβέλειας, όπως επισημαίνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρύτανης, καθηγητής Νίκος Γ. Παπαϊωάννου, προσθέτοντας πως αυτό προσφέρει «πρόσθετη αναγνώριση στις Ελληνίδες και τους Έλληνες επιστήμονες διεθνώς».

«Οι επενδύσεις των πολυεθνικών κολοσσών στη Θεσσαλονίκη θα δημιουργήσουν νέες ερευνητικές προοπτικές για το υψηλού επιπέδου επιστημονικό και ερευνητικό δυναμικό μας. Από τη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και εταιριών για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, εφαρμογών, ερευνητικών προγραμμάτων θα προκύψουν αμοιβαία οφέλη, που θα έχουν ως τελικό αποδέκτη την ίδια την κοινωνία» σημειώνει.

Κατά τον κ. Παπαϊωάννου, οι μεγάλες επενδύσεις των Cisco, Pfizer και Deloitte στη Θεσσαλονίκη αναδεικνύουν την πόλη, αλλά και όλη τη Βόρεια Ελλάδα, ως κόμβο έρευνας και καινοτομίας. «Τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πόλης μας συμβάλλουν στην προσέλκυση τέτοιων επενδύσεων από εταιρείες-κολοσσούς, με πολλαπλά οφέλη για όλη την περιοχή. Επενδύοντας στην έρευνα και την καινοτομία, κερδισμένες δεν βγαίνουν μόνο η επιστήμη και η τεχνολογία, αλλά και η τοπική κοινωνία και οικονομία που φιλοξενεί τις επενδύσεις αυτές» υπογραμμίζει.

Προσθέτει ότι στο ΑΠΘ, ως το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, «κάνουμε πράξη την εξωστρέφεια. Δεν υπάρχει αναπτυξιακή, καινοτόμα δομή στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικά στη Θεσσαλονίκη στην οποία να μη συμμετέχει το ΑΠΘ ως εταίρος. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο συμμετέχει με όλες τις δυνάμεις του στην ανάπτυξη και διάδοση της έρευνας και της καινοτομίας, στοχεύοντας στη διατήρηση και την επιστροφή των φωτεινών μυαλών στη χώρα μας» καταλήγει.

Επενδυτική κινητικότητα από τις ΗΠΑ με ...προϊστορία

Ήταν αρχές της δεκαετίας του '60, όταν οι χωρικοί στις παρυφές της δυτικής πλευράς της Θεσσαλονίκης είδαν έκπληκτοι άγνωστους ανθρώπους να βαδίζουν στους χωματόδρομους και στα σιτοχώραφα της περιοχής, μετρώντας, συζητώντας -κάποιοι σε ξένη γλώσσα- υπολογίζοντας. Μόλις λίγο μετά, το 1965, η περιοχή είχε αλλάξει εντελώς: βιομηχανικά κτήρια, καμινάδες και τεράστιες αποθήκες είχαν «ξεφυτρώσει» στα χωράφια. Ήταν οι εγκαταστάσεις των αμερικανικών βιομηχανιών "Esso Pappas" και "Ethyl", τις οποίες λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησε η "Goodyear".

Οι εξελίξεις ως τη δεκαετία του '70 ήταν ραγδαίες: το ΑΕΠ της περιοχής αυξήθηκε κατακόρυφα και τα «καραβάνια» των ανθρώπων που κατέφθαναν για να εργαστούν στα εργοστάσια αυτά (και σε εκείνα της Hellenic Steel και των Χημικών Βιομηχανιών Β.Ελλάδος), είχαν ως αποτέλεσμα ο πληθυσμός του πολεοδομικού συγκροτήματος να αυξηθεί κατά σχεδόν 40% σε μια δεκαετία (1961-1971).

Από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών του υπουργείου Συντονισμού προκύπτει ότι το 1954 οι ξένες επενδύσεις ήταν μόλις το 5% των συνολικών στη χώρα. Το 1967 είχαν φτάσει στο 20%-30%, λόγω κυρίως της πραγματοποίησης των επενδύσεων στη Θεσσαλονίκη! Τα εργοστάσια αυτά τελικά έκλεισαν, χρόνια μετά, αλλά οι λόγοι για τους οποίους συνέβη αυτό είναι το αντικείμενο άλλου, εκτενούς ρεπορτάζ.

Πώς ήρθαν οι πρώτες αμερικανικές επενδύσεις στη Θεσσαλονίκη

Λίγο μετά τα μέσα του αιώνα, ο τότε πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, αποφάσισε το δεύτερο διυλιστήριο της χώρας να χωροθετηθεί στη Θεσσαλονίκη. Ζητήθηκαν λοιπόν, προτάσεις από Έλληνες και ξένους επενδυτές. Ο Ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας Τόμας Πάπας ανταποκρίθηκε και στις 10 Μαΐου 1964 -υπό πρωθυπουργία Γ.Παπανδρέου, πλέον- ετέθη ο θεμέλιος λίθος του βιομηχανικού συγκροτήματος "Esso Pappas", που λειτούργησε το 1966.

Όπως αναφέρει ο 'Αρης Μανούδης, πρώην διευθυντικό στέλεχος της ΕΘΥΛ Ελλάς, όταν ο T.Πάπας σχεδίαζε το 1960 την επένδυση στη Θεσσαλονίκη, σκέφθηκε πως ίσως ενδιέφερε την αμερικανική πολυεθνική Ethyl Corporation να δημιουργήσει δική της μονάδα. Αν και εκείνη τη στιγμή τα στελέχη της εταιρείας δεν γνώριζαν ούτε καν πού βρίσκεται η Θεσσαλονίκη στον χάρτη, είπαν το «ναι» και το εργοστάσιο -που θεωρήθηκε το πιο σύγχρονο του κλάδου παγκοσμίως και εξήγε το 85% της συνολικής παραγωγής- εγκαινιάστηκε το 1967.

Ταυτόχρονα σχεδόν, άρχισαν να μπαίνουν οι βάσεις για την επένδυση της Goodyear. Το εργοστάσιο ελαστικών της αμερικανικής εταιρείας ήταν έτοιμο για παραγωγή στις αρχές του 1968 και σταδιακά ενσωμάτωσε επαναστατικές τεχνολογίες. Χαρακτηριστικό είναι ότι από το 1985 είχε το δικό του ηλεκτρονικό σύστημα επικοινωνίας με όλα τα εργοστάσια της Goodyear ανά τον κόσμο, έναν προπομπό του e-mail!

Οι πρώτες σελίδες της επενδυτικής ιστορίας των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη είχαν γραφεί.

To AΠΕ-ΜΠΕ άντλησε στοιχεία/ μαρτυρίες για τις πρώτες αμερικανικές επενδύσεις στην περιοχή από τον τόμο με τίτλο "1960-1990: Η χρυσή εποχή της βιομηχανικής ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης" του ΣΒΕ.