Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ....ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟΥΣ
  • μέγεθος γραμματοσειράς +

01 Οκτωβρίου 2014
(0 ψήφοι)
K2_ITEM_AUTHOR 

city hotel thessaloniki events 3…Δεν θέλω να αποδείξω ότι το σωστό είναι το θεσσαλονικιώτικο. Με ενοχλεί ο σνομπισμός, η υπεροψία, ο ισοπεδωτισμός που έφτασε να μας κάνει να ντρεπόμαστε να πούμε ένα προϊόν του τόπου μας, του όποιου τόπου μας, με την ονομασία του διότι στην πρωτεύουσα θα μας θεωρήσουν χωριάτες…”

Κάθε φορά που επιστρέφω από τη Θεσσαλονίκη έχω να αντιμετωπίσω τα ίδια κρύα αστεία περί των λεκτικών γαστρονομικών συνηθειών της πόλης. Αναρωτιέμαι πόσες φορές θα ακούσω τα ίδια και τα ίδια για την τυρόπιτα «που εσείς την λέτε μπουγάτσα με τυρί», για το σουβλάκι ή καλαμάκι, για τη φέτα «που τη λέτε τυρί σαν να μην υπάρχουν άλλα τυριά», για τον αρακά και τα μπιζέλια και τα υπόλοιπα παρόμοια. Και βέβαια έχουμε και εκείνο το γνωστό «θα σε κάνω κεφτέδες» που προκαλεί ακράτητα γέλια. Καλά κάνουν και γελάνε.

Και εγώ είμαι υπέρ του γέλιου και του πειράγματος. Μέχρι που κάποια στιγμή διέκρινα πίσω από αυτή τη θυμηδία και μιαν έπαρση του τύπου «εσείς και η άγνοιά σας». Για να βάλουμε λοιπόν τα πράγματα στη θέση τους ξεκινώντας με το τελευταίο. Οταν καταργήθηκε η δοτική πτώση προέκυψε η ανάγκη να αντικατασταθεί με μιαν άλλη πτώση. Στην Βόρειο Ελλάδα προτίμησαν την αιτιατική ενώ στη νότιο Ελλάδα την γενική. Αντι για τη φράση λοιπόν «τι λέγεις μοι;» αλλού χρησιμοποιούσαν το «τι μου λες;» και αλλού το «τι με λες;». Και οι δυο τύποι είναι σωστοί αν και μεταξύ των φιλολόγων πολλοί θεωρούν σωστότερο τον τύπο που χρησιμοποιείται στην βόρεια Ελλάδα.

Γιατί τότε αυτή η αναμπουμπούλα; Διότι η νότια Ελλάδα έγινε κράτος πριν από τη βόρεια και άρα καθιερώθηκε η σύνταξη με γενική. Και φτάνουμε στο σημαντικότερο. Η φράση «θα σε κάνω κεφτέδες» φαίνεται στους νότιους λανθασμένη; Ας δούμε πως λένε οι κατήγοροι την φράση αυτή στον πληθυντικό: «θα σας κάνω κεφτέδες»! Εδώ δεν φαίνεται να τους ενοχλεί όμως…

Πάμε παρακάτω. Στη μπουγάτσα με τυρί. Η τυρόπιτα δεν είναι μία, έχει διάφορες ονομασίες και αυτές εξαρτώνται από τη διαφορά στη γέμιση, στη ζύμη και στο σχήμα. Στην Κοζάνη την στριφτή τυρόπιτα την λένε κιχί με τυρί. Η κουρού έχει φύλλο που τρίβεται σαν μπισκότο. Αυτές είναι οι πιο γνωστές. Διότι στο βασίλειο της πίτας υπάρχει η μαμαλίγκα που είναι φτιαγμένη με χυλό και φέτα, τα γκιουβρέκια που είναι τετράγωνες διπλωμένες τυρόπιτες από τη Φλώρινα, τα ποντιακά περέκ με τυρί φτιάχνονται με ξερά φύλλα που προϋποθέτουν ιδιαίτερη τεχνική για να φτιαχτούν. Το φύλλο είναι διαφορετικό. Το φύλλο αέρος που χρησιμοποιείται στη μπουγάτσα, προέρχεται από ζυμάρι που ξεκουράζεται για 14 έως 18 ώρες, προκειμένου να μπορεί να απλωθεί σαν σεντόνι απίστευτα λεπτό. Εδώ είναι μια βασική διαφορά της τυρόπιτας του ταψιού από την μπουγάτσα με τυρί.

Και φτάνουμε στο θέμα σουβλάκι ή καλαμάκι. Ενα μικρό επίμηκες ξύλο με αιχμή που έχει γύρω του κομμάτια κρέατος ονομάζεται σουβλάκι. Είναι το υποκοριστικό της λέξης σούβλα. Σε καμιά περίπτωση σουβλάκι δεν σημαίνει «τυλιχτό». Η φράση ένα σουβλάκι με γύρο είναι παράλογη.

Στη λεμονάδα τώρα. Ή στη λεμονίτα. Κάθε αναψυκτικό που προέρχεται από κάποιο φρούτο παίρνει ως πρώτο συνθετικό το όνομα του φρούτου και την κατάληξη -αδα. Αρα λοιπόν, πορτοκάλι+άδα = πορτοκαλάδα (και όχι πορτοκαλίτα), βύσσινο+άδα = βυσσινάδα (και όχι βυσσινίτα). Αλλά όχι λεμονάδα λένε οι αθηναίοι. Θα τη λέμε λεμονίτα. Λεμονάδα θα ονομάζουμε κάποιο άλλο αναψυκτικό, το οποίο στα συστατικά του δεν περιέχει καν λεμόνι. Τρέχα γύρευε…

Εν κατακλείδι, κάθε τόπος έχει τη δική του ντοπιολαλιά και αυτή έχει τη γοητεία του. Δεν θέλω να αποδείξω ότι το σωστό είναι το θεσσαλονικιώτικο. Με ενοχλεί ο σνομπισμός, η υπεροψία, ο ισοπεδωτισμός που έφτασε να μας κάνει να ντρεπόμαστε να πούμε ένα προϊόν του τόπου μας, του όποιου τόπου μας, με την ονομασία του διότι στην πρωτεύουσα θα μας θεωρήσουν χωριάτες.

Πηγή: Μελίσσα Στοϊλη & agapo-thessaloniki.gr/thessalonikiotikes-ekfraseis,seleo.gr

ΜΕ ΛΕΕΙ – ΜΟΥ ΛΕΕΙ, ΜΕ ΔΙΝΕΙ – ΜΟΥ ΔΙΝΕΙ


Ποια είναι η σωστή σύνταξη ;


Συχνή είναι η ερώτηση που θέτουν θαμώνες τής Ιστοσελίδας μου (ας σημειώσω επ’ ευκαιρία ότι δεν έχω δημοσιεύσει ειδικό άρθρο για το θέμα), ποια είναι η «σωστή» χρήση με τέτοια ρήματα, η αιτιατική που χρησιμοποιούμε στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα (με δίνει χρήματα, με λέει ένα μυστικό) ή η γενική που χρησιμοποιείται στα νότια ιδιώματα και έχει γενικευθεί στην κοινή Νέα Ελληνική (μου δίνει χρήματα, μου λέει ένα μυστικό). Η απλή, γνήσια επιστημονική - γλωσσολογική απάντηση είναι ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μιλάμε για σωστό / λάθος ούτε για καλύτερο / χειρότερο, διότι και οι δύο συντακτικές δομές (με αιτιατική και με γενική) είναι σωστές με διαφορετική κατανομή χρήσεως στη μία και ενιαία ελληνική γλώσσα (την αιτιατική στα βόρεια και τη γενική στα νότια ιδιώματα).
Εξετάζοντας το θέμα στην ιστορική του διάσταση, διαπιστώνουμε ότι η αρχαία δοτική πτώση (δίδωμι τῷ πατρί, δός ἡμῖν σήμερον – λέγω τῷ φίλῳ, λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς) ήδη από τα χρόνια τής Αλεξανδρινής Κοινής άρχισε να αντικαθίσταται στη χρήση (στον προφορικό λόγο και σε πιο απλά κείμενα) πρώτα και κυρίως από την αιτιατική, αργότερα δε και από τη γενική. Παραδείγματα : τοὺς παῖδας (αντί δοτικής : τοῖς παισί) χρήματα ἐδωρήσατο (Θεοφάνης), καὶ εἰπῆς τὸν βασιλέα (αντί δοτικής : τῷ βασιλεῖ) (Πορφυρογέννητος), ὁ οὖν Δαβὶδ τὴν ἑαυτοῦ χώραν οὐκ ἐδίδου τὸν βασιλέα (Πορφυρογέννητος), κακὴν βουλὴν τὸν ἔδωκαν (αντί δοτικής : τῷ ἔδωκαν) (Σπανέας), νά σε λείπῃ αἰσχύνη (αντί δοτικής : σοι λείπῃ), ἄν σε δώσῃ ὁ Θεὸς χάριτας εἰς τὸν κόσμον (αντί δοτικής : σοι δώσῃ) (Π. Διαθήκη), κρασὶν ψωμὶν μηδὲν τὸν δώσουν (αντί δοτικής : τῷ δώσουν) (Πρόδρομος).
Αυτή η εξέλιξη είναι, λοιπόν, χρονικά παλαιότερη και επικράτησε στο κωνσταντινοπολίτικο ιδίωμα και στα βόρεια ελληνικά ιδιώματα, ακολουθώντας μια γενικότερη τάση τής Ελληνικής να γενικεύσει στη σύνταξη των ρημάτων και των προθέσεων τη χρήση τής αιτιατικής στη θέση τής παλαιάς δοτικής αλλά –σε μεγάλη έκταση– και στη θέση τής παλαιάς γενικής. Αντίθετα, στα νότια ιδιώματα (νησιά, Πελοπόννησος) επικράτησε με τα ρήματα που σήμαιναν «δίνω», «λέγω» κ.τ.ό. η χρήση τής γενικής στη θέση τής παλαιάς δοτικής. Δοθέντος δε ότι η Κοινή Νέα Ελληνική –κατά τη δημιουργία τού νέου ελληνικού κράτους μετά την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό– στηρίχτηκε κυρίως στο πελοποννησιακό και στα νησιωτικά ιδιώματα, γενικεύτηκε στην Κοινή η χρήση τής γενικής αντί τής αιτιατικής με αυτά τα ρήματα. Ας σημειωθεί ακόμη ότι σε άλλες σημασίες των ρημάτων αυτών και στην Κοινή Νέα Ελληνική τα ρήματα αυτά χρησιμοποιούνται και με αιτιατική (λέω = αποκαλώ, χαρακτηρίζω, π.χ. «σε λέω ψεύτη»∙ δίνω = μαρτυρώ, καταδίδω, π.χ. «Δεν ξέρει ποιος τον έδωσε και τον συνέλαβαν».
Συμπέρασμα. Η γλώσσα, από τη φύση της, έχει μια πολυμορφία που δεν πρέπει να χωρίζει τους ομιλητές, αλλά να τους οδηγεί να σκεφτούν ότι στην ανθρώπινη έκφραση, απόρροια τής ανθρώπινης σκέψης, δεν υπάρχει «γλωσσική μονοκρατορία», αλλά κυριαρχεί η διαφοροποίηση και η ποικιλία, πράγμα που είναι φανερό στις διαλέκτους και στα ιδώματα κάθε εθνικής γλώσσας αλλά και στην ομιλία όλων μας, η οποία διαφέρει από τον έναν στον άλλο, λόγω των επιλογών που κάνει ο καθένας στη γλώσσα, δημιουργώντας το προσωπικό του ύφος.

 

ΠΗΓΗ: .babiniotis.gr

K2_LEAVE_YOUR_COMMENT

Σιγουρευτείτε πως έχετε εισάγει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες με το σύμβολο (*). Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Top